Θα ανέβουν κι άλλο οι τιμές στα τρόφιμα; Είναι ένα από τα ερωτήματα που απασχολούν τα νοικοκυριά σε ολόκληρο τον κόσμο εδώ και καιρό και που επανήλθε δριμύτερο μετά την έναρξη των εχθροπραξιών στον Περσικό κόλπο. Και μπορεί ο νέος αυτός πόλεμος να διαφέρει από τον ουκρανικό στο ότι οι περιοχές του Κόλπου δεν παράγουν σπυρί σιτάρι ή καλαμπόκι, αλλά παράγουν τις μεγαλύτερες ποσότητες των λιπασμάτων που καταναλώνει η παγκόσμια γεωργία για να φτιάξει όσα χρειάζεται ο καταναλωτής στο τραπέζι του.
Η σύγχρονη γεωργία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας μηχανισμός που μετατρέπει την ενέργεια σε τρόφιμα. Τα λιπάσματα εμπεριέχουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας φυσικού αερίου για να παραχθούν, τις οποίες στη συνέχεια αποδίδουν στα φυτά. Η κατεργασία της γης, οι καλλιεργητικές της φροντίδες, η συγκομιδή, απαιτούν μεγάλες ποσότητες ενέργειας πετρελαίου ντίζελ. Ακόμη και τα γεωργικά φάρμακα, αυτά τα μικρά θαυματουργά μπουκαλάκια που προστατεύουν τη σοδειά από ασθένειες, κι αυτά χρειάζονται, ως προϊόντα της χημικής βιομηχανίας, πολλή ενέργεια για να παραχθούν.
Τέλος η διαδρομή από το χωράφι στο ράφι, χρειάζεται πετρέλαιο για μεταφορές και ηλεκτρικό ρεύμα για μεταποίηση και ψύξη. Επιπλέον, σημειώστε ότι οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις απαιτούν σημαντικές επενδύσεις συνεχώς, δηλαδή υπάρχει ανάγκη για κερδοφορία που σήμερα διεθνώς είναι είτε πενιχρή ή ακόμη και αρνητική.
Φυσική αγορά και κερδοσκοπία
Αυτά από πλευράς προσφοράς. Διότι από πλευράς αγορών, τα δεδομένα αλλάζουν. Οι περίφημες αγορές αγροτικών προϊόντων (σιταριού, καλαμποκιού, σόγια, φυτικών ελαίων) έχουν τη δικιά τους δυναμική. Πατάνε εν μέρη στην φυσική αγορά των προϊόντων, αλλά πολύ συχνά στήνουν τον δικό τους χορό, της αχαλίνωτης κερδοσκοπίας για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Στην παρούσα φάση, δεν είναι τόσο εύκολο να κάνουν κάτι τέτοιο, αφενός διότι είναι απασχολημένες με την αγορά πετρελαίου, αφετέρου η φυσική αγορά αγροτικών προϊόντων είναι υπερπλήρης και γεμάτη αποθέματα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ενώ το πετρέλαιο εκτινάχτηκε με την έναρξη των εχθροπραξιών, δεν συνέβη το ίδιο με τις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Ξεκίνησε μεν μια προσπάθεια ανόδου τους, ή οποία είτε γύρισε πίσω είτε έμεινε λίγο μετά την αρχή. Οι πλημμυρισμένες με σόγια, σιτάρι, βαμβάκι, φυτικά έλαια φυσικές αγορές, δεν αποτελούσαν το καλύτερο σκηνικό να στηθεί ανοδικό παιχνίδι. Για την ακρίβεια, οι τιμές στις φυσικές αγορές στα περισσότερα αγροτικά προϊόντα θα πρέπει να ανέβουν χωρίς την βοήθεια των χρηματιστηρίων, εάν θέλουμε να έχουμε γεωργία και αγρότες σε λίγα χρόνια.
Κι αυτά σε πλανητικό επίπεδο, πόσο μάλλον στην ταραγμένη γωνιά μας στην άκρη των Βαλκανίων.
Χαμηλές τιμές υποσκάπτουν τη βιωσιμότητα στο χωράφι
Στις ΗΠΑ, η πτώση των εξαγωγών σόγιας στην Κίνα και η συνεπαγόμενη κατάρρευση τιμών στο εσωτερικό της χώρας, ανάγκασε τον Πρόεδρο Τραμπ, να ασχοληθεί προσωπικά με το θέμα σε δύο επίπεδα: να ζητήσει από τον Κινέζο πρόεδρο να αγοράσει περισσότερη Αμερικάνικη σόγια και να υιοθετήσει ένα πρόγραμμα σωτηρίας της σχεδόν παραπαίουσας αμερικάνικης παραγωγής ύψους 12 δισ. Η Ρωσία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σιτηρών του κόσμου, αναμένεται να αντιμετωπίσει προβλήματα επάρκειας πρώτης ύλης, αφού πλήθος αγροτικών εκμεταλλεύσεων σε λογική απόσταση από το μεγάλο εξαγωγικό λιμάνι του Νοβοροσίσκ εγκαταλείπει την καλλιέργεια σιτηρών λόγω των χαμηλών περιθωρίων κέρδους και στρέφεται προς τους ελαιούχους σπόρους. Σε τόσο όμως φθηνό προϊόν, η γεωγραφική εγγύτητα παραγωγής και λιμανιών είναι ακρογωνιαίος λίθος της εξαγωγικής ανταγωνιστικότητας.
Η οικονομική βιωσιμότητα του Καναδά, του άλλου μεγάλου πόλου της παγκόσμιας διατροφής, δοκιμάζεται κι αυτή από τις χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων. Εν όψει της ανοιξιάτικης σποράς (που στα κρύα εκείνα κλίματα είναι η βασική σπορά, όπως σε εμάς η φθινοπωρινή) οι αγρότες και οι αγροτικές εταιρείες προβληματίζονται πολύ τι θα σπείρουν: φυτικά λάδια, σιτηρά ή ζωοτροφές? Στην Λατινική Αμερική, το ανερχόμενο διατροφικό αστέρι, ο ενθουσιασμός από την κατάκτηση των διεθνών αγορών, επισκιάζεται από από τις χαμηλές κερδοφορίες στο χωράφι. Τις τελευταίες ημέρες, δεδομένου ότι εισάγουν τις μεγαλύτερες ποσότητες λιπασμάτων από το Ομάν και το Κατάρ, οι ανησυχίες έχουν μετατραπεί σε πανικό, όχι μόνο εάν θα υπάρχει επάρκεια σε λιπάσματα για τις επερχόμενες σπορές, αλλά και σε τι τιμές θα φτάσουν στα μακρινά χωράφια της πρώην Πάμπας, εκεί που η σόγια αντικατέστησε τα ονομαστά βοοειδή της Αργεντινής.
Ποιος θα φυλάξει πρόβατα και αγελάδια;
Κι εάν όλα αυτά που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οικονομικής φύσεως προβλήματα, η εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας από διαδόχους σε ολόκληρο τον κόσμο (με ιδιαίτερη έμφαση στην ΕΕ) είναι ένα δομικό κοινωνικό πρόβλημα: οι νέοι σε ολόκληρο τον κόσμο δεν θέλουν να βόσκουν αγελάδες και πρόβατα και γι' αυτό η παγκόσμια προσφορά φρέσκου κρέατος μειώνεται συνεχώς. Στην Αργεντινή, παραδοσιακή χώρα βοοειδών, το πρώτο δίμηνο της χρονιάς οδηγήθηκε στα σφαγεία ο μικρότερος αριθμός ζώων εδώ και 47 χρόνια! Φυσικά οι τιμές προσαρμόζονται ανάλογα προς τα πάνω.
Και ως γνωστόν, τα κοινωνικά προβλήματα δεν λύνονται ούτε εύκολα, ούτε γρήγορα, ούτε μόνο με χρήματα. Την ώρα λοιπόν που η αγορά ζητάει μεγαλύτερη και ποιοτικά ανώτερη πρωτεΐνη, δεν υπάρχουν πολλοί που είναι διατεθειμένοι να της την προσφέρουν! Κι όλα αυτά, με τις ζωονόσους να γίνονται όλο και πιο καταστροφικές και απρόβλεπτες παντού στη γη.
Τεράστιο το ρίσκο στα φρέσκα προϊόντα
Τέλος, η παραγωγή φρέσκων προϊόντων (φρούτων και λαχανικών), αυτά που κατά κόρον μας συστήνουν οι γιατροί, συγκεντροποιείται τάχιστα με την δημιουργία μεγάλων εταιρειών παραγωγής και κυρίως εμπορίας και την ανάπτυξη ενός εξειδικευμένου συστήματος logistics, που μεταφέρει αενάως και υπό ψύξη τα φρέσκα προϊόντα σε ολόκληρο τον κόσμο. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω παραγωγή, απαιτεί πολύ μεγάλο κεφάλαιο κίνησης, αφού οι σπόροι είναι πανάκριβοι, τα λιπάσματα εξειδικευμένα και πολύ ακριβότερα αυτών που χρησιμοποιούνται στις ανοικτές καλλιέργειες, άφθονη ενέργεια σε πολλά στάδια παραγωγής κι εμπορίας και το σημαντικότερο, είναι τακτικά στο έλεος ανεξέλεγκτων φαινομένων.
Και φυσικά ανάληψη υπέρμετρου ρίσκου: Πέρσι, είναι αμφίβολο εάν φάγατε κεράσια, αφού ο παγετός του Απριλίου τα κατέστρεψε την ανθοφορία. Κι εάν το φαινόμενο ήταν περιορισμένο στην Ελλάδα, θα ήταν μικρό το κακό. Το ίδιο κύμα ψύχους, κατέστρεψε στην γειτονική Τουρκία, το σύνολο σχεδόν της παραγωγής της σε βερίκοκο, που αντιστοιχεί στο 40% της παγκόσμιας παραγωγής. Ούτε αποξηραμένο βερίκοκο δεν μπόρεσαν να φτιάξουν πέρσι στη Τουρκία.
Ελάχιστο κέρδος μένει στο χωράφι
Φαίνεται ότι η παγκόσμια πρωτογενής παραγωγή δουλεύει στα όρια της εδώ και καιρό. Εξ ου και η αύξηση πληθωρισμού, η εγκατάλειψη του αγροτικού επαγγέλματος και η ερήμωση της υπαίθρου. Η αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, είναι μια βασική προϋπόθεση για να συνεχίσει ο κλάδος να παρέχει τα προϊόντα του στις διεθνείς αγορές στο μέλλον. Από όποια οπτική και να το δει κανείς, της οικονομικής βιωσιμότητας, της κοινωνικής ένταξης, της κλιματικής αλλαγής, η κερδοφορία των αγροτικών εκμεταλλεύσεων θα πρέπει να αυξηθεί και μάλιστα σημαντικά.
Αυτός είναι ο βασικός οδηγός που θα φέρει τις τιμές στο χωράφι σε υψηλότερα επίπεδα. Από εκεί και πέρα προσθέστε τις τιμές της ουρίας και των άλλων λιπασμάτων και του πετρελαίου.
Βέβαια, στις τιμές χωραφιού θα πρέπει να προσθέσουμε και τις τιμές που χρεώνουν όσοι εμπλέκονται από εκεί και μετά, μέχρι το ράφι του σούπερ μάρκετ ή στο τραπέζι της εστίασης. Κι εδώ η πρόσφατη εμπειρία έδειξε ότι τα πράγματα είναι δύσκολα. Ότι ανέβηκε πρόσφατα με αφορμή το ουκρανικό και την αύξηση της τιμής της πρώτης ύλης, έμεινε στα υψηλά εκείνα επίπεδα (ή υποχώρησαν προσχηματικά), ακόμη και όταν οι τιμές πρώτης ύλης υποχώρησαν σημαντικά.
Όπως για παράδειγμα με τον καφέ και την σοκολάτα, οι διεθνείς τιμές πρώτης ύλης μετά από μια αλματώδη αύξηση λόγω καιρού, υποχωρούν εδώ και σχεδόν ένα χρόνο, ενώ στο Δείκτη τιμών καταναλωτή τα προϊόντα αυτά εμφανίζουν μεγάλη αύξηση ακόμη και τον περασμένο μήνα. Στις νέες αυξημένες τιμές, λοιπόν, των τροφίμων, κάθε αιτία θα έχει και το μερίδιο ευθύνης της. Και φυσικά ο πόλεμος το δικό του.